Μετάφραση του "questioning" σε Ελληνικά
Οι αμφισβητώντας, ανάκριση, διερεύνηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "questioning" σε Ελληνικά.
The action of asking questions; a survey; an inquiry. [..]
-
αμφισβητώντας
particleLast week, multiple reports of voting improprieties surfaced calling into question the results that swept him into power.
Την προηγούμενη εβδομάδα πολλές αναφορές για παρατυπίες στην ψηφοφορία εμφανίστηκαν, αμφισβητώντας τα αποτελέσματα που τον έφεραν στην εξουσία.
-
ανάκριση
noun feminineDave Wong, you're wanted for questioning in connection with a murder.
Dave Wong, είσαι καταζητούμενος για ανάκριση σε σχέση με τη δολοφονία.
-
διερεύνηση
nounThat request was refused and he is in prison because, some time ago, he dared to suggest seeking a political solution to the Kurdish question.
Το αίτημα αυτό απερρίφθη και παραμένει στη φυλακή γιατί πριν από λίγο καιρό τόλμησε να προτείνει τη διερεύνηση μιας πολιτικής λύσης στο κουρδικό ζήτημα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ερωτηματικός
- προβληματισμένος
- προβληματισμός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " questioning " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "questioning" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
προσαχθείς
-
τις εν λόγω · υπό συζήτηση
-
αμφισβητώ · εγείρω αμφιβολίες για · θέτω εν αμφιβόλω · θέτω υπό αμφισβήτηση
-
ζήτημα της Πλαιστίνης
-
Ερώτηση · Ερώτηση, πρόβλημα
-
φλέγον ζήτημα