Μετάφραση του "radiograph" σε Ελληνικά
Οι ακτινογραφία, ακτινογράφημα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "radiograph" σε Ελληνικά.
radiograph
verb
noun
γραμματική
an image, often a photographic negative, produced by radiation other than normal light; especially an X-ray photograph [..]
-
ακτινογραφία
noun feminineAs you can see, both the radiograph and pet scan show radioactive material in his stomach lining.
Όπως βλέπετε, ακτινογραφία και αξονική δείχνουν ραδιενεργό υλικό στο στομάχι.
-
ακτινογράφημα
noun
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " radiograph " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "radiograph"
Φράσεις παρόμοιες με "radiograph" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ακτινολόγος
-
ακτινογραφικός · ακτινολογικός · ακτινοσκοπικός · ραδιογραφικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη