Μετάφραση του "radiography" σε Ελληνικά

Οι ραδιογραφία, ακτινογραφία, Ακτινογραφία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "radiography" σε Ελληνικά.

radiography noun γραμματική

the process of making radiographs, and the science of analyzing them [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ραδιογραφία

    In a few seconds, the mobile system can identify the radiography of a car, truck, container or any other object of similar size

    Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, το φορητό σύστημα μπορεί να αναγνωρίσει τη ραδιογραφία ενός αυτοκινήτου, φορτηγού, εμπορευματοκιβωτίου ή οποιουδήποτε άλλου αντικειμένου ίδιου μεγέθους

  • ακτινογραφία

    noun feminine

    Allows quantitation and enables imaging of regions not amenable to radiography.

    Επιτρέπει τον ποσοτικό προσδιορισμό και την απεικόνιση περιοχών που δεν επιδέχονται ακτινογραφία.

  • Ακτινογραφία

    imaging technique

    Allows quantitation and enables imaging of regions not amenable to radiography.

    Επιτρέπει τον ποσοτικό προσδιορισμό και την απεικόνιση περιοχών που δεν επιδέχονται ακτινογραφία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " radiography " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "radiography" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη