Μετάφραση του "rage" σε Ελληνικά

Οι οργή, μαίνομαι, φρενιάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rage" σε Ελληνικά.

rage verb noun γραμματική

(intransitive) To act or speak in heightened anger. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οργή

    noun feminine

    a violent anger [..]

    The murder was premeditated and filled with rage. Not the act of someone apologetic or ashamed.

    Ο φόνος ήταν προσχεδιασμένος και γεμάτος οργή, όχι πράξη κάποιου που ντρέπεται και θέλει να απολογηθεί.

  • μαίνομαι

    verb

    act in an angry manner

    I don't know what's going on with that dude, but he's raging out.

    T γνωρίζουν τι συμβαίνει με το εν λόγω μάγκα, αλλά μαίνεται έξω.

  • φρενιάζω

    verb

    act in an angry manner

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • θυμός
    • ίνδαλμα
    • είδωλο
    • λυσσομανώ
    • που χαλάει κόσμο
    • μανία
    • λύσσα
    • μάνητα
    • φρένιασμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rage " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Rage

Rage (novel)

+ Προσθήκη

"Rage" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Rage στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "rage" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rage" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη