Μετάφραση του "raging" σε Ελληνικά

Οι βεβαιότητα, εξαγριωμένος, λυσσαλέος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "raging" σε Ελληνικά.

raging adjective noun verb γραμματική

Present participle of rage. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βεβαιότητα

    noun
  • εξαγριωμένος

  • λυσσαλέος

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μαινόμενος
    • μανιασμένος
    • οργή
    • παράφορος
    • παραφορά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " raging " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Raging
+ Προσθήκη

"Raging" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Raging στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "raging" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • θερίζω · σαρώνω
  • ίνδαλμα · είδωλο · θυμός · λυσσομανώ · λύσσα · μάνητα · μαίνομαι · μανία · οργή · που χαλάει κόσμο · φρένιασμα · φρενιάζω
  • υπερβολική μανία
  • γίνομαι πυρ και μανία · με πιάνει κρίση θυμού
  • αγριεμένα κύματα · μανιασμένα κύματα
  • διώκω λυσσαλέα
  • πύρινη λαίλαπα
  • μαινόμενος ταύρος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "raging" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη