Μετάφραση του "rapacity" σε Ελληνικά
Οι πλεονεξία, αρπακτικότητα, αρπακτική διάθεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rapacity" σε Ελληνικά.
rapacity
noun
γραμματική
The quality of being rapacious; voracity. [..]
-
πλεονεξία
noun feminineThey yawn out of their rapacity.
Χασμουριούνται από την πλεονεξία τους.
-
αρπακτικότητα
noun femininegreed
-
αρπακτική διάθεση
the state’s goal is to protect the rich from the violence and rapacity of the poor
στόχος του κράτους είναι να προστατέψει τους πλούσιους από τη βία και την αρπακτική διάθεση των φτωχών
-
απληστία
noun feminineHe cares for our planet, and he will not allow it to be destroyed by carelessness or rapacity.
Εκείνος φροντίζει για τον πλανήτη μας, και δεν θα τον αφήσει να καταστραφεί από την αδιαφορία ή την απληστία.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rapacity " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη