Μετάφραση του "rape" σε Ελληνικά
Οι βιασμός, βιάζω, ελαιοκράμβη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rape" σε Ελληνικά.
The act of forcing sexual intercourse or other sexual activity upon another person, without their consent and/or against their will. [..]
-
βιασμός
noun masculineact of forcing sexual activity [..]
A woman who has been raped has a right to be highly offended, as this is a major crime in God’s eyes.
Μια γυναίκα η οποία υπέστη βιασμό δικαιούται να αισθάνεται ιδιαίτερα προσβεβλημένη, εφόσον ο βιασμός είναι σοβαρό έγκλημα στα μάτια του Θεού.
-
βιάζω
verbforce sexual intercourse
Violent military operations are under way, and people are being displaced, killed and raped.
Οι βίαιες στρατιωτικές επιχειρήσεις είναι υπό εξέλιξη, και οι άνθρωποι εκτοπίζονται, σκοτώνονται και βιάζονται.
-
ελαιοκράμβη
noun feminineA Eurasian cruciferous plant, Brassica napus, that is cultivated for its seeds, which yield a useful oil, and as a fodder plant.
Subject: Genetically modified swede-rape
Θέμα: Γενετικώς τροποποιημένη ελαιοκράμβη
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ασελγώ
- κακοποιώ
- γογγύλι
- κράμβη
- γογγύλη
- απαγωγή
- αρπάζω
- απάγω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rape " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Rape" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Rape στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Εικόνες με "rape"
Φράσεις παρόμοιες με "rape" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ελαιοκράμβη
-
γέννημα βιασμού · παιδί βιασμού
-
βιάζω
-
αποπλάνηση · αποπλάνηση ανηλίκου
-
έχω βιαστεί
-
ομαδικός βιασμός
-
βιάζομαι
-
βιασμένος