Μετάφραση του "ratified" σε Ελληνικά
Οι κατακυρωθείς, επικυρωμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ratified" σε Ελληνικά.
ratified
adjective
verb
Simple past tense and past participle of ratify . [..]
-
κατακυρωθείς
particle -
επικυρωμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ratified " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη