Μετάφραση του "ratify" σε Ελληνικά

Οι επικυρώνω, επιβεβαιώνω, Κυρώνω, επικυρώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "ratify" σε Ελληνικά.

ratify verb γραμματική

(transitive) To give formal consent to; make officially valid. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επικυρώνω

    verb

    Member States should ratify it as soon as possible.

    Τα κράτη μέλη πρέπει να την επικυρώσουν το ταχύτερο δυνατόν.

  • επιβεβαιώνω

    verb

    The Council resolves any political problems and ratifies the decisions taken by the committee.

    Το Συμβούλιο διευθετεί τις ενδεχόμενες πολιτικές δυσχέρειες και επιβεβαιώνει τις αποφάσεις της Επιτροπής.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " ratify " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Ratify
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Κυρώνω, επικυρώνω

Φράσεις παρόμοιες με "ratify" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επικυρωμένος · κατακυρωθείς
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "ratify" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη