Μετάφραση του "readership" σε Ελληνικά

Οι αναγνωσιμότητα, αναγνωστικό κοινό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "readership" σε Ελληνικά.

readership noun γραμματική

The collected readers of a publication. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναγνωσιμότητα

    Noun feminine

    collected readers of a publication

    The Wall Street journal's readership is high, but it's not quite 300 million.

    Μπορεί να έχει υψηλή αναγνωσιμότητα, αλλά όχι και 30 εκατομμύρια.

  • αναγνωστικό κοινό

    noun

    You might find such a topic attracts a limited readership.

    Ίσως ένα τέτοιο θέμα προσελκύσει περιορισμένο αναγνωστικό κοινό.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " readership " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "readership" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη