Μετάφραση του "reckless" σε Ελληνικά

Οι απερίσκεπτος, απρόσεκτος, παράτολμος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "reckless" σε Ελληνικά.

reckless adjective γραμματική

Careless or heedless; headstrong or rash. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απερίσκεπτος

    adjective masculine

    indifferent to danger or the consequences [..]

    Why no, he was a fast driver, but certainly not reckless.

    Μα όχι, ήταν γρήγορος οδηγός αλλά σίγουρα όχι απερίσκεπτος.

  • απρόσεκτος

    adjective

    Then look what this stupid reckless boy does without a moments thought.

    Και δες τι κάνει αυτός ο απρόσεκτος ηλίθιος χωρίς καν να το σκεφτεί.

  • παράτολμος

    My dad was reckless and impulsive, but he would have never attempted it with less than three.

    Ο μπαμπάς μου ήταν παράτολμος, αλλά δε θα προσπαθούσε ποτέ με λιγότερους από τρεις.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ριψοκίνδυνος
    • άφρων
    • απρόσεχτος
    • ανεύθυνος
    • αμελής
    • αδιάφορος
    • άμυαλος
    • ασυνείδητος
    • ξέφρενος
    • φρενήρης
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " reckless " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "reckless" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανευθυνότητα · απερισκεψία · απροσεξία · ασυνειδησία · θράσος
  • ανευθυνότητα · απερισκεψία · απροσεξία · ασυνειδησία · θράσος
  • ανευθυνότητα · απερισκεψία · απροσεξία · ασυνειδησία · θράσος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "reckless" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη