Μετάφραση του "recourse" σε Ελληνικά
Οι προσφυγή, διέξοδος, καταφυγή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "recourse" σε Ελληνικά.
The act of seeking assistance or advice. [..]
-
προσφυγή
nounThe contract notice or the specifications shall indicate whether recourse has been had to this option.
Η προσφυγή στη δυνατότητα αυτή αναγράφεται στην προκήρυξη διαγωνισμού ή στη συγγραφή υποχρεώσεων.
-
διέξοδος
noun feminineAttorneys advised that legal action was the only recourse.
Οι δικηγόροι απεφάνθησαν ότι η μόνη διέξοδος ήταν η προσφυγή στη δικαιοσύνη.
-
καταφυγή
nounMoreover, lower household income can delay and inhibit recourse to care.
Επιπλέον, χαμηλότερο εισόδημα για το νοικοκυριό μπορεί να καθυστερήσει και να εμποδίσει την καταφυγή σε υπηρεσίες υγείας.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- καταφύγιο
- λύση
- φάρμακο
- πόρος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " recourse " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "recourse" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
καταφεύγω · πηγαίνω · προστρέχω