Μετάφραση του "rectangular" σε Ελληνικά

Οι ορθογώνιος, ορθογώνιος, ορθογωνικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rectangular" σε Ελληνικά.

rectangular adjective

Having a shape like a rectangle. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ορθογώνιος

    adjective masculine

    having a shape like a rectangle

    The point is, you found that earring by using a metal detector which is essentially a long, rectangular computer.

    Το θέμα είναι ότι το βρήκες χρησιμοποιώντας ανιχνευτή, που ουσιαστικά είναι ένας μακρύς, ορθογώνιος υπολογιστής.

  • ορθογώνιος, ορθογωνικός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rectangular " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "rectangular" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rectangular" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη