Μετάφραση του "rectifier" σε Ελληνικά

Το ανορθωτής είναι η μετάφραση του "rectifier" σε Ελληνικά.

rectifier noun γραμματική

something that rectifies [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανορθωτής

    noun masculine

    a device that converts alternating current into direct current

    stabilised power packs (rectifier with a regulator).

    τις σταθεροποιημένες διατάξεις τροφοδοσίας (ανορθωτής συνδυασμένος με ρυθμιστή).

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rectifier " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "rectifier" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rectifier" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη