Μετάφραση του "rectitude" σε Ελληνικά

Οι ευθύτητα, εντιμότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rectitude" σε Ελληνικά.

rectitude noun γραμματική

Straightness; the state or quality of having a constant direction and not being crooked or bent. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ευθύτητα

    noun feminine

    I trust that the President-in-Office, with his characteristic rectitude, will prevent the Council of Ministers from being turned into a forum for political horse-trading.

    Ελπίζω, ο κ. Πρόεδρος του Συμβουλίου, με την ευθύτητα που τον χαρακτηρίζει, να εμποδίσει να μετατραπούν τα Συμβούλια Υπουργών σε κέντρο πολιτικών σκοπιμοτήτων.

  • εντιμότητα

    noun feminine

    Pappy was displaying rectitude when that egghead you work for was still messin ' his drawers!

    Ο Πάπι Ο' Ντάνιελ είχε εντιμότητα και υψηλό φρόνημα, όταν ο εργοδότης σου... μπουσουλούσε ακόμα!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rectitude " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rectitude" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη