Μετάφραση του "rectifying" σε Ελληνικά
Το ανορθωτικός είναι η μετάφραση του "rectifying" σε Ελληνικά.
rectifying
verb
Present participle of rectify. [..]
-
ανορθωτικός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " rectifying " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "rectifying" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ανορθωτής
-
κύκλωμα ανόρθωσης διπλής κατεύθυνσης
-
μετασχηματιστής ανορθωτή
-
Μονάδα μετασχηματιστή-ανορθωτή
-
Ελεγχόμενος ανορθωτής πυριτίου
-
Μονάδα μετασχηματιστή-ανορθωτή
-
διορθώνω · επανορθώνω
-
ανορθωτής πλήρους κύματος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη