Μετάφραση του "recursive" σε Ελληνικά
Οι αναδρομικός, επαναλαμβανόμενος, επανερχόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "recursive" σε Ελληνικά.
recursive
adjective
γραμματική
drawing upon itself, referring back. [..]
-
αναδρομικός
adjective masculinecomputing: of a set whose characteristic function is recursive [..]
-
επαναλαμβανόμενος
adjective masculinedrawing upon itself
-
επανερχόμενος
masculinedrawing upon itself
-
αυτοαναφορικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " recursive " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "recursive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναδρομικό ερώτημα
-
Αναδρομή · αναδρομή
-
"αναδρομικό" ψηφιακό φίλτρο
-
αναδρομικότητα
-
Αναδρομή
-
επαναλαμβανόμενη ενότητα
-
αναδρομική αναζήτηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη