Μετάφραση του "reductive" σε Ελληνικά
Το μειωτικός είναι η μετάφραση του "reductive" σε Ελληνικά.
reductive
adjective
γραμματική
Of, pertaining to, or causing reduction. [..]
-
μειωτικός
adjectiveYou're not going to be reductive.
Δεν θα είσαι μειωτικός.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " reductive " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "reductive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δασμολογική μείωση
-
Ενεργή μείωση θορύβου
-
μείωση τρέμουλου
-
έκπτωση · πτώση των τιμών
-
οξιδοαναγωγή
-
χημική αναγωγή
-
Συντελεστής υποβιβασμού πολλαπλών διαδρομών
-
μείωση του (των) κινδύνου (κινδύνων)
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη