Μετάφραση του "redundance" σε Ελληνικά
Το πλεονασμός είναι η μετάφραση του "redundance" σε Ελληνικά.
redundance
noun
γραμματική
(now rare) Redundancy. [..]
-
πλεονασμός
neuterMs. Nelson, redundancy is nobody's friend in the courtroom.
Κα Νέλσον, ο πλεονασμός δεν ωφελεί στο δικαστήριο.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " redundance " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "redundance"
Φράσεις παρόμοιες με "redundance" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Συστοιχία ανεξάρτητων δίσκων με εφεδρεία · πλεονάζουσα συστοιχία ανεξάρτητων δίσκων
-
Κυκλικός Έλεγχος Πλεονασμού
-
απολύω
-
έλεγχος πλεονασμού
-
λειτουργία με εφεδρεία
-
εφεδρική μονάδα
-
Πρωτόκολλο εφεδρείας ιδεατού δρομολογητή
-
Σύστημα ισχύος με εφεδρεία
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη