Μετάφραση του "refill" σε Ελληνικά
Οι ανταλλακτικό, συμπλήρωμα, ξαναγέμισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "refill" σε Ελληνικά.
refill
verb
noun
γραμματική
A filling after the first. [..]
-
ανταλλακτικό
noun neuterproduct containing replacement materials
-
συμπλήρωμα
neuterI had a follow up about free refills.
Θα ρωτούσα αν δίνουν δωρεάν συμπλήρωμα.
-
ξαναγέμισμα
They wanted refills, so I'm probably not gonna go back there anyway.
Ήθελαν ξαναγέμισμα, άρα είναι πιθανόν να μην ξαναπάω.
-
αναπληρώνω
Verb verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " refill " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "refill" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
που μπορεί να ξαναγεμίσει
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη