Μετάφραση του "refinancing" σε Ελληνικά

Το αναχρηματοδότηση είναι η μετάφραση του "refinancing" σε Ελληνικά.

refinancing noun verb γραμματική

Present participle of refinance. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναχρηματοδότηση

    noun

    Such refinancing must accordingly be regarded as incompatible with the common market.

    Επομένως, αυτή η αναχρηματοδότηση θα πρέπει να θεωρηθεί ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " refinancing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "refinancing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη