Μετάφραση του "reformation" σε Ελληνικά
Οι μεταρρύθμιση, αναμόρφωση, ανασχηματισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "reformation" σε Ελληνικά.
An improvement (or an intended improvement) in the existing form or condition of institutions or practices etc.; intended to make a striking change for the better in social or political or religious affairs. [..]
-
μεταρρύθμιση
noun feminineimprovement in the condition of institutions [..]
The Court's tables do not therefore show the proportion of measures begun before the reform.
Συνεπώς από τους πίνακες του Συνεδρίου δεν συνάγεται το μέρος των δράσεων που είχαν αρχίσει πριν τη μεταρρύθμιση.
-
αναμόρφωση
noun feminineimprovement in the condition of institutions
Now come election time, they might vote for your prison reform thing but that's just a reflex.
Στις εκλογές, μπορεί να ψηφίσουν την αναμόρφωση των φυλακών αλλά μόνο αντανακλαστικά.
-
ανασχηματισμός
Nounreforming national budgetary frameworks;
ανασχηματισμός των εθνικών δημοσιονομικών πλαισίων·
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " reformation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
The religious movement initiated by Martin Luther in the 16th century to reform the Roman Catholic Church. [..]
-
Μεταρρύθμιση
noun femininereligious movement
That is why comprehensive Reform and modernisation are now needed and why they must be pursued as a sustained strategy.
Για το λόγο αυτό απαιτείται πλέον γενική μεταρρύθμιση και εκσυγχρονισμός και τούτο στο πλαίσιο μιας αειφόρου στρατηγικής.
-
μεταρρύθμιση
noun feminineθρησκευτικός όρος
That is why comprehensive Reform and modernisation are now needed and why they must be pursued as a sustained strategy.
Για το λόγο αυτό απαιτείται πλέον γενική μεταρρύθμιση και εκσυγχρονισμός και τούτο στο πλαίσιο μιας αειφόρου στρατηγικής.
-
μεταρρυθμιστής
nounοπαδός της Μεταρρύθμισης
But he didn't understand much about human beings, that magnificent reformer.
Δεν καταλάβαινε όμως πολλά για τα ανθρώπινα πλάσματα, αυτός ο θαυμαστός μεταρρυθμιστής.
Φράσεις παρόμοιες με "reformation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φορολογική μεταρρύθμιση
-
οικονομική μεταρρύθμιση
-
πρόγραμμα αναμόρφωσης
-
ανακαινίζω · αναμορφώνω · αναμόρφωση · μέτρο · μεταρρυθμίζω · μεταρρύθμιση · σωφρονίζω
-
κοσμητικές μεταρρυθμίσεις
-
αναμορφωτής · μεταρρυθμιστής
-
Νέα Αποστολική Μεταρρύθμιση
-
Μεταρρυθμιστικός Ιουδαϊσμός