Μετάφραση του "reforming" σε Ελληνικά
Το αναμορφωτικός είναι η μετάφραση του "reforming" σε Ελληνικά.
reforming
noun
verb
γραμματική
Present participle of reform. [..]
-
αναμορφωτικός
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " reforming " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "reforming" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φορολογική μεταρρύθμιση
-
οικονομική μεταρρύθμιση
-
πρόγραμμα αναμόρφωσης
-
ανακαινίζω · αναμορφώνω · αναμόρφωση · μέτρο · μεταρρυθμίζω · μεταρρύθμιση · σωφρονίζω
-
κοσμητικές μεταρρυθμίσεις
-
αναμορφωτής · μεταρρυθμιστής
-
Νέα Αποστολική Μεταρρύθμιση
-
Μεταρρυθμιστικός Ιουδαϊσμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη