Μετάφραση του "regaining" σε Ελληνικά

Οι Παλινόρθωση, ανάκτηση, απόδοση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "regaining" σε Ελληνικά.

regaining noun verb γραμματική

Present participle of regain. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Παλινόρθωση

    noun
  • ανάκτηση

    noun

    City policies are therefore geared towards regaining the public domain.

    Οι πολιτικές των πόλεων απευθύνονται, συνεπώς, στην ανάκτηση των δημόσιων χώρων.

  • απόδοση

    noun
  • επιστροφή

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " regaining " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "regaining" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανακαταλαμβάνω · ανακτώ · ανευρίσκω · βρίσκω · επανακτώ · ξαναβρίσκω · ξανακερδίζω
  • ανακτώ τις αισθήσεις μου · συνέρχομαι
  • ανακτώ
  • ανακάμπτω · ανακτώ δυνάμεις · ανακτώ δυναμισμό · καρδαμώνω
  • ανακαταλαμβάνω · ανακτώ · ανευρίσκω · βρίσκω · επανακτώ · ξαναβρίσκω · ξανακερδίζω
  • ανακαταλαμβάνω · ανακτώ · ανευρίσκω · βρίσκω · επανακτώ · ξαναβρίσκω · ξανακερδίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "regaining" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη