Μετάφραση του "refute" σε Ελληνικά
Οι διαψεύδω, αντικρούω, αναιρώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "refute" σε Ελληνικά.
(transitive) To prove (something) to be false or incorrect. [..]
-
διαψεύδω
verbto deny the truth or correctness of (something)
Thirdly, the Danish government refutes the assertion that there were buyers interested in acquiring the loss-making contracts.
Τρίτον, η δανική κυβέρνηση διαψεύδει τον ισχυρισμό ότι υπήρχαν αγοραστές που ενδιαφέρονταν να αγοράσουν τις ζημιογόνες συμβάσεις.
-
αντικρούω
verbto prove (something) to be false or incorrect
So I can refute it to people.
Για να μπορώ να αντικρούω τον κόσμο.
-
αναιρώ
verb
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ανασκευάζω
- Disprove
- αρνούμαι
- ανατρέπω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " refute " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
"Refute" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά
Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Refute στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.
Φράσεις παρόμοιες με "refute" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αναίρεση · ανασκευή · απάντηση · διάψευση
-
αναιρέσιμος
-
διαψευσθείς
-
ανηρημένος
-
αναιρέσιμος