Μετάφραση του "regularly" σε Ελληνικά

Οι τακτικά, ομαλά, ανελλιπώς είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "regularly" σε Ελληνικά.

regularly adverb γραμματική

With constant frequency or pattern. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • τακτικά

    adverb

    She goes to the dentist regularly, so she seldom gets toothache.

    Πηγαίνει τακτικά στον οδοντογιατρό, γι' αυτό το λόγο έχει σπάνια πονόδοντο.

  • ομαλά

    Some external force seemed to propel me on, as though by magic... the work did itself regularly and carefully.

    Κάποια εξωτερική δύναμη έμοιαζε να με κινεί, ως δια μαγείας... η δουλειά γινόταν από μόνη της ομαλά και προσεκτικά.

  • ανελλιπώς

    We' re gonna have to see each other regularly

    Θα πρέπει να βλεπόμαστε ανελλιπώς

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συχνά
    • κάθε τόσο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " regularly " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "regularly" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "regularly" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη