Μετάφραση του "relaxation" σε Ελληνικά

Οι χαλάρωση, αναψυχή, ξεκούραση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "relaxation" σε Ελληνικά.

relaxation noun γραμματική

The act of relaxing or the state of being relaxed; the opposite of stress or tension; the aim of recreation and leisure activities. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαλάρωση

    noun feminine

    The relaxation on packaging and labelling is taken into account in the additional requirements to ensure safety.

    Η χαλάρωση των απαιτήσεων όσον αφορά τη συσκευασία και την επισήμανση λαμβάνεται υπόψη στις πρόσθετες απαιτήσεις ασφαλείας.

  • αναψυχή

    noun feminine

    Many find rewarding relaxation within the family circle and in the congregation.

    Πολλοί βρίσκουν ικανοποιητική αναψυχή μέσα στον οικογενειακό κύκλο και στην εκκλησία.

  • ξεκούραση

    noun feminine

    Creative people need to relax, recharge throughout the day.

    Τα δημιουργικά μυαλά χρειάζονται ξεκούραση κατά τη διάρκεια της μέρας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανάπαυση
    • αραλίκι
    • ανάπαυλα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " relaxation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Relaxation
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Χαλάρωση

    Relaxation of certain rules concerning the taking of evidence

    Χαλάρωση ορισμένων κανόνων που αφορούν τη διεξαγωγή αποδείξεων

Εικόνες με "relaxation"

Φράσεις παρόμοιες με "relaxation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ταλαντωτής χαλάρωσης, ανατροπής
  • χαλάρωση απαίτησης
  • ηρέμησε! · ησύχασε! · μην ανησυχείς!
  • χαλαρώνω
  • αραχτός · χαλαρωμένος · χαλαρός
  • άραξε · αναπαύομαι · αποσυμπιέζω · ηρεμώ · καθιστώ ελαστικότερο · ξεκουράζομαι · ξεκουράζω · ξεσφίγγομαι · ριλάξ · χαλαρώνω · χουζουρεύω
  • άραξε · αναπαύομαι · αποσυμπιέζω · ηρεμώ · καθιστώ ελαστικότερο · ξεκουράζομαι · ξεκουράζω · ξεσφίγγομαι · ριλάξ · χαλαρώνω · χουζουρεύω
  • άραξε · αναπαύομαι · αποσυμπιέζω · ηρεμώ · καθιστώ ελαστικότερο · ξεκουράζομαι · ξεκουράζω · ξεσφίγγομαι · ριλάξ · χαλαρώνω · χουζουρεύω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "relaxation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη