Μετάφραση του "relaxed" σε Ελληνικά

Οι χαλαρωμένος, αραχτός, χαλαρός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "relaxed" σε Ελληνικά.

relaxed adjective verb γραμματική

Having an easy-going mood or temperament. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαλαρωμένος

    The thing to do is to feel comfortable and relax... absolutely.

    Σημασία έχει να είσαι άνετα και τελείως χαλαρωμένος.

  • αραχτός

  • χαλαρός

    adjective masculine

    We do have a session where the rules are more relaxed, you know?

    Έχουμε συνεδρία όπου οι κανόνες είναι πιο χαλαροί, ξέρετε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " relaxed " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "relaxed" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ταλαντωτής χαλάρωσης, ανατροπής
  • χαλάρωση απαίτησης
  • ηρέμησε! · ησύχασε! · μην ανησυχείς!
  • χαλαρώνω
  • ανάπαυλα · ανάπαυση · αναψυχή · αραλίκι · ξεκούραση · χαλάρωση
  • Χαλάρωση
  • άραξε · αναπαύομαι · αποσυμπιέζω · ηρεμώ · καθιστώ ελαστικότερο · ξεκουράζομαι · ξεκουράζω · ξεσφίγγομαι · ριλάξ · χαλαρώνω · χουζουρεύω
  • άραξε · αναπαύομαι · αποσυμπιέζω · ηρεμώ · καθιστώ ελαστικότερο · ξεκουράζομαι · ξεκουράζω · ξεσφίγγομαι · ριλάξ · χαλαρώνω · χουζουρεύω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "relaxed" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη