Μετάφραση του "relevant" σε Ελληνικά
Οι σχετικός, συναφής, αντίστοιχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "relevant" σε Ελληνικά.
Directly related, connected, or pertinent to a topic. [..]
-
σχετικός
adjective masculinefrom a couple thousand years ago is what's relevant today.
που χρονολογείται πριν από δύο χιλιάδες χρόνια, είναι ακόμη σχετική σήμερα.
-
συναφής
adjectiveThe Court publishes the results of its audits in clear, relevant and objective reports.
Το Συνέδριο δημοσιοποιεί τα αποτελέσματα των ελέγχων του μέσω σαφών, συναφών και αντικειμενικών εκθέσεων.
-
αντίστοιχος
adjectiveThe relevant delegate shall review the services provided by each sub-delegate on an ongoing basis.
Ο αντίστοιχος ανάδοχος επανεξετάζει επί μονίμου βάσεως τις υπηρεσίες οι οποίες παρέχονται από κάθε υπεργολαβικά ανάδοχο.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- πρέπων
- μέσα στα πράγματα
- σημαντικός
- ουσιαστικός
- επίκαιρος
- σχετικός, συναφής
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " relevant " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "relevant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φακιρικός
-
κατάταξη συνάφειας
-
κατάταξη συνάφειας
-
επικαιρότητα · συνάφεια · σχέση · σχετικότητα
-
συνάφεια · σχέση
-
κατάταξη συνάφειας
-
φαγοκυτταρικός
-
φοροδοτικός