Μετάφραση του "relevancy" σε Ελληνικά
Οι συνάφεια, σχέση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "relevancy" σε Ελληνικά.
relevancy
noun
γραμματική
(uncountable) The degree to which a thing is relevant; applicability [..]
-
συνάφεια
noun feminineHowever, this method cannot have the same relevance in the case of airport services.
Ωστόσο, η μέθοδος αυτή δεν μπορεί να έχει την ίδια συνάφεια στην περίπτωση των αερολιμενικών υπηρεσιών.
-
σχέση
noun feminineThe relevant expenses were accordingly divided up according to revenue for each product.
Η κατανομή των σχετικών εξόδων έγινε, ως εκ τούτου, σε σχέση με τον κύκλο εργασιών για κάθε προϊόν.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " relevancy " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "relevancy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
φακιρικός
-
κατάταξη συνάφειας
-
κατάταξη συνάφειας
-
επικαιρότητα · συνάφεια · σχέση · σχετικότητα
-
κατάταξη συνάφειας
-
φαγοκυτταρικός
-
φοροδοτικός
-
ωτιαίος · ωτικός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη