Μετάφραση του "religiosity" σε Ελληνικά

Οι θρησκευτικότητα, θρησκοληψία, θρησκομανία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "religiosity" σε Ελληνικά.

religiosity noun γραμματική

The quality of being religious or pious, especially when zealous or exaggerated. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θρησκευτικότητα

    Wherever he comes, he received by crowds, from a deep religiosity, or just out of curiosity.

    Όπου και να πάει μαζέυει όλα τα πλήθη. ίσως από μια βαθιά θρησκευτικότητα, ή απλά από μια περιέργεια.

  • θρησκοληψία

    noun

    But she drives me to distraction with her stupid religiosity... the way she moons about the house with her eyes full of tears.

    Αλλά με νευριάζει με την ηλίθια θρησκοληψία της... με τον τρόπο που σέρνεται στο σπίτι, με μάτια γεμάτα δάκρυα.

  • θρησκομανία

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πιετισμός
    • θρησκευτικό αίσθημα
    • υπερβολική ευσέβεια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " religiosity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "religiosity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη