Μετάφραση του "relieving" σε Ελληνικά

Το ανακουφιστικός είναι η μετάφραση του "relieving" σε Ελληνικά.

relieving adjective verb γραμματική

Present participle of relieve . [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανακουφιστικός

    Adjective
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " relieving " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "relieving" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ανακουφίζομαι · ανακουφίζω · αντικαθιστώ · απαλλάσσω · απαλύνω · απελευθερώνομαι · καταπραΰνω
  • αθόρηβος · ανακουφισμένος
  • απαλλάσσω κπ από τα καθήκοντά του · παύω κπ από τα καθήκοντά του
  • μου φεύγει ένα βάρος
  • ξαλαφρωμένος
  • απαλλάσσομαι (από) · ενεργούμαι · ουρώ · πάω στο μέρος
  • ανακουφίζω
  • ανακουφίζομαι · ανακουφίζω · αντικαθιστώ · απαλλάσσω · απαλύνω · απελευθερώνομαι · καταπραΰνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "relieving" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη