Μετάφραση του "religiousism" σε Ελληνικά

Οι θρησκοληψία, πιετισμός, υπερβολική ευσέβεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "religiousism" σε Ελληνικά.

religiousism noun

exaggerated or affected piety and religious zeal

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • θρησκοληψία

    noun
  • πιετισμός

    noun
  • υπερβολική ευσέβεια

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " religiousism " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "religiousism" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη