Μετάφραση του "relinquishing" σε Ελληνικά
Οι εγκατάλειψη, παραίτηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "relinquishing" σε Ελληνικά.
relinquishing
verb
noun
Present participle of relinquish. [..]
-
εγκατάλειψη
noun feminineThe last of the property must be introduced not later than 12 months after the secondary residence has been relinquished.
Η τελευταία είσοδος πρέπει να πραγματοποιηθεί το αργότερο 12 μήνες μετά την εγκατάλειψη της δευτερεύουσας κατοικίας.
-
παραίτηση
nounMr Vanhecke received this writ two days after relinquishing the leadership of the party.
Ο κ. Vanhecke έλαβε αυτό το ένταλμα δύο ημέρες μετά την παραίτησή του από την ηγεσία του κόμματος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " relinquishing " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "relinquishing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εγκατάλειψη · παραίτηση
-
· απαρνιέμαι · αποδεσμεύομαι · αφήνω · εγκαταλείπω · καταθέτω (εντολή) · ξεγραπώνω · παραδίνω · παραιτούμαι · παραιτώ · παρατάω · παρατώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη