Μετάφραση του "remembering" σε Ελληνικά

Οι ενθυμούμενος, μνήμη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "remembering" σε Ελληνικά.

remembering noun verb γραμματική

Present participle of remember. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ενθυμούμενος

    However, our heavenly Father is sensitive to our fragile emotions, “remembering that we are dust.”

    Ωστόσο, ο ουράνιος Πατέρας μας κατανοεί πόσο ευάλωτοι είμαστε συναισθηματικά, “ενθυμούμενος ότι είμαστε χώμα”.

  • μνήμη

    noun feminine

    Max will be remembered as a disappointing rummage sale or some kook on a home video.

    Ο Μαξ θα μείνει στη μνήμη τους σαν ένας ακατάστατος εργένης ή σαν ένας παλαβός σ'ένα ερασιτεχνικό βίντεο.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " remembering " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "remembering" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • θυμάμαι
  • αναθυμάμαι · αναθυμούμαι · αναπολώ · ενθυμούμαι · θυμάμαι · θυμούμαι · μνημονεύω
  • Διατηρώ ακόμα καθαρή στον νου μου την εικόνα [+Γεν.]
  • μου διαφεύγει
  • λάβε υπόψη ότι · να το έχεις υπόψη σου
  • αναθυμάμαι · αναθυμούμαι · αναπολώ · ενθυμούμαι · θυμάμαι · θυμούμαι · μνημονεύω
  • αναθυμάμαι · αναθυμούμαι · αναπολώ · ενθυμούμαι · θυμάμαι · θυμούμαι · μνημονεύω
  • αναθυμάμαι · αναθυμούμαι · αναπολώ · ενθυμούμαι · θυμάμαι · θυμούμαι · μνημονεύω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "remembering" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη