Μετάφραση του "repeatedly" σε Ελληνικά

Οι επανειλημμένα, επανειλημμένως, κατ' επανάληψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "repeatedly" σε Ελληνικά.

repeatedly adverb γραμματική

Done several times or in repetition. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επανειλημμένα

    The Council has repeatedly reaffirmed its outright condemnation of those abhorrent acts of terrorism and indiscriminate violence.

    Το Συμβούλιο έχει επιβεβαιώσει επανειλημμένα την κατηγορηματική καταδίκη του για αυτές τις αποτρόπαιες πράξεις τρομοκρατίας και τυφλής βίας.

  • επανειλημμένως

    adverb

    This neutral stand has repeatedly worked to our benefit.

    Αυτή η ουδέτερη στάσις έχει αποβή επανειλημμένως προς όφελός μας.

  • κατ' επανάληψη

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " repeatedly " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "repeatedly" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη