Μετάφραση του "repeating" σε Ελληνικά

Οι επανάληψη, επαναληπτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "repeating" σε Ελληνικά.

repeating adjective noun verb γραμματική

That repeats; repetitive. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επανάληψη

    noun

    We must ensure that that situation is not repeated.

    Πιστεύω ότι πρέπει να αποφύγουμε την επανάληψη αυτής της κατάστασης.

  • επαναληπτικός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " repeating " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "repeating" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αναγεννών επαναλήπτης
  • επανάκληση
  • αλλεπάλληλος · επίμονος · επαναλαμβανόμενος · επανειλημμένος · συχνός
  • αναμεταδότης · επαναλήπτης, αναμεταδότης
  • μονοκατευθυντικός επαναλήπτης
  • αυτόματη επανάληψη
  • επαναλαμβανόμενος πίνακας
  • αντηχώ · αντιβουίζω · αντιλαλώ · επανάληψη · επαναλαμβάνεται · επαναλαμβάνω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "repeating" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη