Μετάφραση του "restitute" σε Ελληνικά
Το αποκαθιστώ είναι η μετάφραση του "restitute" σε Ελληνικά.
restitute
verb
noun
γραμματική
(transitive) To restore (something) to its former condition or to provide recompense for (something). [..]
-
αποκαθιστώ
verbNo jail time, he makes restitution to all the couples he defrauded.
Καθόλου φυλακή, θα αποκαταστήσει τη ζημιά σ'όλα τα ζευγάρια που εξαπάτησε.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " restitute " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "restitute" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αξίωση για επανόρθωση
-
επανορθώνω
-
Παλινόρθωση · ανάκτηση · ανταπόδοση · αποζημίωση · αποκατάσταση · απόδοση · επανόρθωση · επιστροφή
-
Αποκατάσταση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη