Μετάφραση του "restless" σε Ελληνικά

Οι ανήσυχος, αγωνιώδης, αεικίνητος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "restless" σε Ελληνικά.

restless adjective γραμματική

Deprived of rest or sleep. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ανήσυχος

    adjective

    unable to be still or quiet

    I'm feeling restless ever since started living here.

    Αισθάνομαι πολύ ανήσυχος από τότε που ζω εδώ.

  • αγωνιώδης

    adjective
  • αεικίνητος

    adjective

    A sleepless, restless stranger who keeps walking keeps eating keeps living.

    Ένας άγρυπνος, αεικίνητος ξένος που συνεχίζει να περπατά συνεχίζει να τρώει συνεχίζει να ζει.

  • αγχωμένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " restless " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Restless

Restless (2000 film)

+ Προσθήκη

"Restless" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Restless στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "restless" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "restless" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη