Μετάφραση του "restriction" σε Ελληνικά

Οι περιορισμός, απαγόρευση, οριοθέτηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "restriction" σε Ελληνικά.

restriction noun γραμματική

The act of restricting, or the state of being restricted. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιορισμός

    noun masculine

    act or state

    The present decree has a broader scope: it also regulates access restrictions for activities other than fishing.

    Το παρόν διάταγμα έχει ευρύτερο πεδίο εφαρμογής. Επίσης ρυθμίζει τους περιορισμούς πρόσβασης για δραστηριότητες εκτός της αλιείας.

  • απαγόρευση

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • περιστολή
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " restriction " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Restriction
+ Προσθήκη

"Restriction" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Restriction στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Εικόνες με "restriction"

Φράσεις παρόμοιες με "restriction" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "restriction" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη