Μετάφραση του "restricted" σε Ελληνικά

Οι περιορισμένος, υπό περιορισμό, χωρίς αναστολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "restricted" σε Ελληνικά.

restricted adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of restrict. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιορισμένος

    adjective

    Your muscles have weakened because you have been restricted to bed rest for a long time.

    Οι μύες σου αδυνάτισαν επειδή ήσουν περιορισμένος να ξεκουράζεσαι στο κρεβάτι για πολύ καιρό.

  • υπό περιορισμό

    I'm required by law to keep a registry of all sales of restricted items.

    Είμαι υποχρεωμένος από το νόμο να τηρήσω μητρώο του συνόλου των πωλήσεων των αντικείμενων που βρίσκονται υπό περιορισμό.

  • χωρίς αναστολή

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " restricted " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Restricted
+ Προσθήκη

"Restricted" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Restricted στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "restricted" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "restricted" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη