Μετάφραση του "retooled" σε Ελληνικά

Οι αναβαθμισμένος, ανανεωμένος, ανεφοδιασμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "retooled" σε Ελληνικά.

retooled verb

Simple past tense and past participle of retool. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναβαθμισμένος

  • ανανεωμένος

    Adjective
  • ανεφοδιασμένος

  • επανεξοπλισμένος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " retooled " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "retooled" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αναδιοργανώνω · ανανεώνω · ανεφοδιάζω · αντικαθιστώ · επανεξοπλίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "retooled" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη