Μετάφραση του "retouch" σε Ελληνικά
Οι ρετουσάρω, εξωραϊσμός, βελτίωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "retouch" σε Ελληνικά.
retouch
verb
noun
γραμματική
(transitive) To improve something (especially a photograph), by adding or correcting details, or by removing flaws. [..]
-
ρετουσάρω
verbNow that it's outside, I'll retouch it here and there...
Τώρα που είναι έξω, θα το ρετουσάρω λίγο...
-
εξωραϊσμός
noun -
βελτίωση
Noun
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ρετουσάρισμα
- αγγίζω ξανά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " retouch " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη