Μετάφραση του "retrial" σε Ελληνικά
Το επανάληψη δίκης είναι η μετάφραση του "retrial" σε Ελληνικά.
retrial
noun
γραμματική
(law) A second trial, by the original court, if the original trial was found to be improper or unfair [..]
-
επανάληψη δίκης
nounI'll do my best, but there's not a chance the bosses will let this go to retrial.
Θα κάνω ό, τι μπορώ, αλλά τα αφεντικά δε θα επιτρέψουν επανάληψη δίκης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " retrial " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη