Μετάφραση του "retrieve" σε Ελληνικά

Οι παίρνω, πίσω, διορθώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "retrieve" σε Ελληνικά.

retrieve verb noun γραμματική

(transitive) To regain or get back something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • παίρνω

    verb

    to regain or get back something

    But after that she returned home and retrieved her son.

    Μετά πήγε σπίτι της, πήρε το αγόρι και εξαφανίστηκε.

  • πίσω

    verb

    to regain or get back something

    There is someone who can help us retrieve the tape.

    Υπάρχει κάποιος που μπορεί να μας βοηθήσει να πάρουμε πίσω την ταινία.

  • διορθώνω

    verb

    to remedy or rectify something

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επανορθώνω
    • επανακτώ
    • ξαναβρίσκω
    • ανακτώ
    • regain,recover ανακτω
    • ανασύρω
    • αποκατασταίνω
    • επανάκτηση
    • ανακαταλαμβάνω
    • θυμάμαι
    • ανακτώ, ανακαλώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " retrieve " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Retrieve

A button on in the Transfer Call dialog box that reconnects the user to the call that is currently on hold.

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ανάκτηση

    A button on in the Transfer Call dialog box that reconnects the user to the call that is currently on hold.

    Online information and data base retrieval

    Ανάκτηση πληροφοριών από βάσεις δεδομένων σε απευθείας σύνδεση

Φράσεις παρόμοιες με "retrieve" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "retrieve" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη