Μετάφραση του "rigid" σε Ελληνικά

Οι άκαμπτος, αυστηρός, αδιάλλακτος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rigid" σε Ελληνικά.

rigid adjective noun γραμματική

Stiff, rather than flexible. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • άκαμπτος

    adjective masculine

    The crust resists because it's cool and rigid.

    Ο φλοιός αντιστέκεται γιατί είναι ψυχρός και άκαμπτος.

  • αυστηρός

    adjective masculine

    The dream is simply telling me that I've been too rigid about my diet.

    Το όνειρο μου λέει ότι ήμουν αυστηρός με τη δίαιτα μου.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ανελαστικός
    • δύσκαμπτος
    • μονοκόμματος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rigid " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Rigid
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Άκαμπτος

    ‘Rigid fuel line’ means tubing that has not been designed to flex in normal operation and through which hydrogen flows;

    «Άκαμπτος σωλήνας καυσίμου» είναι οι σωλήνες που δεν έχουν εύκαμπτο σχεδιασμό σε κανονική λειτουργία, μέσω των οποίων ρέει το υδρογόνο,

Φράσεις παρόμοιες με "rigid" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rigid" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη