Μετάφραση του "ripening" σε Ελληνικά
Το ωρίμαση είναι η μετάφραση του "ripening" σε Ελληνικά.
ripening
noun
verb
γραμματική
The process of becoming ripe. [..]
-
ωρίμαση
The enhanced bluish colouring during ripening is typical of the designation.
Η ενίσχυση του υποκύανου χρώματος της ποικιλίας κατά την ωρίμαση αποτελεί χαρακτηριστικό της ονομασίας.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " ripening " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "ripening" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
γίνομαι · μεστώνω · ωριμάζω
-
Επίσης, οι ώριμες ντομάτες κάνουν άλλα φρούτα και λαχανικά να ωριμάζουν πιο γρήγορα ή να χαλάνε εάν είναι ήδη ώριμα.
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη