Μετάφραση του "roasted" σε Ελληνικά
Οι καβουρντισμένος, ψητό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "roasted" σε Ελληνικά.
roasted
adjective
verb
γραμματική
Simple past tense and past participle of roast . [..]
-
καβουρντισμένος
adjectiveRoasted coffee beans and ground roasted coffee with the exception of soluble coffee
Καβουρντισμένοι κόκκοι καφέ και αλεσμένος καβουρντισμένος καφές με εξαίρεση το διαλυτό καφέ
-
ψητό
neuterWoman can't baste no roast and do everything else at the same time.
Μια γυναίκα δεν μπορεί να αλείψει το ψητό και να κάνει οτιδήποτε άλλο ταυτόχρονα!
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " roasted " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "roasted" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ψήσιμο
-
ροστ-μπηφ
-
σούβλα
-
σούβλα
-
ψήνω
-
«θάβω» κπ · εμπαίζω · καβουρδίζω · καβουρντίζω · κοροϊδεύω · περιγελώ · τσιγαρίζω · φρυγανίζω · φρύγω · ψήνομαι · ψήνω · ψημένος · ψητό · ψητός
-
«θάβω» κπ · εμπαίζω · καβουρδίζω · καβουρντίζω · κοροϊδεύω · περιγελώ · τσιγαρίζω · φρυγανίζω · φρύγω · ψήνομαι · ψήνω · ψημένος · ψητό · ψητός
-
«θάβω» κπ · εμπαίζω · καβουρδίζω · καβουρντίζω · κοροϊδεύω · περιγελώ · τσιγαρίζω · φρυγανίζω · φρύγω · ψήνομαι · ψήνω · ψημένος · ψητό · ψητός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη