Μετάφραση του "rob" σε Ελληνικά

Οι ληστεύω, κλέβω, αποστερώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "rob" σε Ελληνικά.

rob verb noun γραμματική

(transitive) To steal from, especially using force or violence. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ληστεύω

    Verb

    to commit robbery [..]

    There's an angry mob that wants to kill me because they think I'm robbing apartments.

    'Ενας οργισμένος όχλος θέλει να με σκοτώσει επειδή νομίζουν πως ληστεύω διαμερίσματα.

  • κλέβω

    verb

    to steal from, using violence

    I'll not rob my sons to feed you!

    Δεν κλέβω τους γιους μου για έναν ακαμάτη.

  • αποστερώ

    verb

    to deprive of

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διαρρηγνύω
    • κλέπτω
    • αισχροκερδώ
    • κατακλέβω
    • τσεκουρώνω
    • υπερχρεώνω
    • χαρατσώνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " rob " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Rob proper

A diminutive of the male given name Robert. [..]

+ Προσθήκη

"Rob" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Rob στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "rob" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "rob" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη