Μετάφραση του "roughneck" σε Ελληνικά

Το αγροίκος είναι η μετάφραση του "roughneck" σε Ελληνικά.

roughneck verb noun γραμματική

Any labourer on an oil rig [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αγροίκος

    adjective noun masculine

    Does one have to be a roughneck to get along in the world?

    Πρέπει κανείς να είναι αγροίκος για να τα καταφέρει;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " roughneck " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "roughneck" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη